Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. διμηνία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διμηνία διμηνίες
γενική διμηνίας διμηνιών
αιτιατική διμηνία διμηνίες
κλητική διμηνία διμηνίες




2. διμηνία
noun.
sg.η διμηνία
της διμηνίας
τη διμηνίατην διμηνίαν (λόγ.)
διμηνία
pl.οι διμηνίεςαι διμηνίαι (λόγ.)
των διμηνιών
τις διμηνίεςτας διμηνίας (λόγ.)
διμηνίες διμηνίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ναυτασφάλεια δεύρο χασάπης μανικιούρ κλονισμένος δικαστής συγχαρητήρια ακεφιά κατολίσθησις ηλεκτροφωτισμός απολέπισις πηδάλιο διαχωρισμός σκυλί σκευωρία κουνουπίδι ιεροψάλτης λακκάκι ράπισμα γιουσουρούμ καφετιέρα γαρίφαλο σηκωμός λεονταρισμός χιλιοχρονίτισσα πανθεϊσμός μουντρούχος προσαρμοσμένος σκοτούρα Σουδάν πετσέτα ωτίτης εκσφενδόνισις νεκροψία λοιμοκαθαρτήριο ραδιοεπικοινωνία άχρωμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве