Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. δικαιώνω




2. δικαιώνω
verb

Το ρήμα δικαιώνω στην ενεργητική φωνή
   ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατο
ενεστώταςδικαιώνωνα δικαιώνωδικαίωνε-
παρατατικόςδικαίωνα/εδικαίωνον---
αόριστοςδικαίωσα/εδικαίωσανα δικαιώσωδικαίωσεδικαιώσει
παρακείμενοςέχω δικαιώσεινα έχω δικαιώσει--
υπερσυντέλικοςείχα δικαιώσει---
συντελεσμένος μέλλονταςθα έχω δικαιώσει---
εξακολουθητικός μέλλονταςθα δικαιώνω---
συνοπτικός μέλλονταςθα δικαιώσω---
Το ρήμα δικαιώνω στην παθητική φωνή
   ΟριστικήΥποτακτικήΠροστακτικήΑπαρέμφατο
ενεστώταςδικαιώνομαινα δικαιώνομαι--
παρατατικόςδικαιωνόμουν/εδικαιωνόμην---
αόριστοςδικαιώθηκα/εδικαιώθηννα δικαιωθώ/να δικαιωθώδικαιώσουδικαιωθεί/δικαιωθή
παρακείμενοςέχω δικαιωθείνα έχω δικαιωθεί--
υπερσυντέλικοςείχα δικαιωθεί---
συντελεσμένος μέλλονταςθα έχω δικαιωθεί---
εξακολουθητικός μέλλονταςθα δικαιώνομαι---
συνοπτικός μέλλονταςθα δικαιωθώ/θα δικαιωθώ---
Η μετοχή στην ενεργητική φωνή
   ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
ενεστώταςδικαιώνωνδικαιώνουσαδικαιώνον
αόριστοςδικαιώσαςδικαιώσασαδικαιώσαν
Η μετοχή στην παθητική φωνή
   ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
αόριστοςδικαιωθείςδικαιωθείσαδικαιωθέν
παρακείμενοςδικαιωμένος/δεδικαιωμένοςδικαιωμένη/δεδικαιωμένηδικαιωμένο/δεδικαιωμένο/δεδικαιωμένον
Το ρήμα δικαιώνω στην ενεργητική φωνή
   ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο
ρ
ι
σ
τ.
δικαιώνω
δικαιώνεις
δικαιώνει
δικαιώνομε/δικαιώνουμε/δικαιώνομεν
δικαιώνετε
δικαιώνουν/δικαιώνουνε
δικαίωνα/εδικαίωνον
δικαίωνες/εδικαίωνες
δικαίωνε/εδικαίωνε
δικαιώναμε/εδικαιώνομεν
δικαιώνατε/εδικαιώνετε
δικαίωναν/εδικαίωνον/δικαιώναν/δικαιώνανε
δικαίωσα/εδικαίωσα
δικαίωσες/εδικαίωσας
δικαίωσε/εδικαίωσε
δικαιώσαμε/εδικαιώσαμεν
δικαιώσατε/εδικαιώσατε
δικαίωσαν/εδικαίωσαν/δικαιώσαν/δικαιώσανε
έχω δικαιώσει
έχεις δικαιώσει
έχει δικαιώσει
έχουμε δικαιώσει
έχετε δικαιώσει
έχουν δικαιώσει
είχα δικαιώσει
είχες δικαιώσει
είχε δικαιώσει
είχαμε δικαιώσει
είχατε δικαιώσει
είχαν δικαιώσει
θα έχω δικαιώσει
θα έχεις δικαιώσει
θα έχει δικαιώσει
θα έχουμε δικαιώσει
θα έχετε δικαιώσει
θα έχουν δικαιώσει
θα δικαιώνω
θα δικαιώνεις
θα δικαιώνει
θα δικαιώνομε/θα δικαιώνουμε/θα δικαιώνομεν
θα δικαιώνετε
θα δικαιώνουν/θα δικαιώνουνε
θα δικαιώσω
θα δικαιώσεις/θα δικαιώσης
θα δικαιώσει/θα δικαιώση
θα δικαιώσομε/θα δικαιώσουμε/θα δικαιώσωμεν
θα δικαιώσετε
θα δικαιώσουν/θα δικαιώσουνε
Υ
π
ο
τ.
να δικαιώνω
να δικαιώνεις
να δικαιώνει
να δικαιώνομε/να δικαιώνουμε/να δικαιώνομεν
να δικαιώνετε
να δικαιώνουν/να δικαιώνουνε
-
-
-
-
-
-
να δικαιώσω
να δικαιώσεις/να δικαιώσης
να δικαιώσει/να δικαιώση
να δικαιώσομε/να δικαιώσουμε/να δικαιώσωμεν
να δικαιώσετε
να δικαιώσουν/να δικαιώσουνε
να έχω δικαιώσει
να έχεις δικαιώσει
να έχει δικαιώσει
να έχουμε δικαιώσει
να έχετε δικαιώσει
να έχουν δικαιώσει
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Π
ρ
ο
σ
τ.
-
δικαίωνε
-
-
δικαιώνετε
-
-
-
-
-
-
-
-
δικαίωσε
-
-
δικαιώστε/δικαιώσατε
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Α.-
-
δικαιώσει
-
-
-
-
-
Το ρήμα δικαιώνω στην παθητική φωνή
   ενεστώταςπαρατατικόςαόριστοςπαρακείμενοςυπερσυντέλικοςσυντελεσμένος μέλλονταςεξακολουθητικός μέλλονταςσυνοπτικός μέλλοντας
Ο
ρ
ι
σ
τ.
δικαιώνομαι
δικαιώνεσαι
δικαιώνεται
δικαιωνόμαστε/δικαιωνόμεθα
δικαιώνεστε/δικαιώνεσθε
δικαιώνονται
δικαιωνόμουν/εδικαιωνόμην
δικαιωνόσουν/εδικαιώνεσο
δικαιωνόταν/δικαιώνετο/εδικαιώνετο
δικαιωνόμαστε/εδικαιωνόμεθα
δικαιωνόσαστε/εδικαιώνεσθε
δικαιώνονταν/δικαιώνοντο/εδικαιώνοντο
δικαιώθηκα/εδικαιώθην
δικαιώθηκες/εδικαιώθης
δικαιώθηκε/εδικαιώθη
δικαιωθήκαμε/εδικαιώθημεν
δικαιωθήκατε/εδικαιώθητε
δικαιώθηκαν/εδικαιώθησαν/δικαιωθήκαν/δικαιωθήκανε
έχω δικαιωθεί
έχεις δικαιωθεί
έχει δικαιωθεί
έχουμε δικαιωθεί
έχετε δικαιωθεί
έχουν δικαιωθεί
είχα δικαιωθεί
είχες δικαιωθεί
είχε δικαιωθεί
είχαμε δικαιωθεί
είχατε δικαιωθεί
είχαν δικαιωθεί
θα έχω δικαιωθεί
θα έχεις δικαιωθεί
θα έχει δικαιωθεί
θα έχουμε δικαιωθεί
θα έχετε δικαιωθεί
θα έχουν δικαιωθεί
θα δικαιώνομαι
θα δικαιώνεσαι
θα δικαιώνεται
θα δικαιωνόμαστε/θα δικαιωνόμεθα
θα δικαιώνεστε/θα δικαιώνεσθε
θα δικαιώνονται
θα δικαιωθώ/θα δικαιωθώ
θα δικαιωθείς/θα δικαιωθής
θα δικαιωθεί/θα δικαιωθή
θα δικαιωθούμε/θα δικαιωθώμεν
θα δικαιωθείτε/θα δικαιωθήτε
θα δικαιωθούν/θα δικαιωθούν/θα δικαιωθούνε
Υ
π
ο
τ.
να δικαιώνομαι
να δικαιώνεσαι
να δικαιώνεται
να δικαιωνόμαστε/να δικαιωνόμεθα
να δικαιώνεστε/να δικαιώνεσθε
να δικαιώνονται
-
-
-
-
-
-
να δικαιωθώ/να δικαιωθώ
να δικαιωθείς/να δικαιωθής
να δικαιωθεί/να δικαιωθή
να δικαιωθούμε/να δικαιωθώμεν
να δικαιωθείτε/να δικαιωθήτε
να δικαιωθούν/να δικαιωθούν/να δικαιωθούνε
να έχω δικαιωθεί
να έχεις δικαιωθεί
να έχει δικαιωθεί
να έχουμε δικαιωθεί
να έχετε δικαιωθεί
να έχουν δικαιωθεί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Π
ρ
ο
σ
τ.
-
-
-
-
δικαιώνεστε/δικαιώνεσθε
-
-
-
-
-
-
-
-
δικαιώσου
-
-
δικαιωθείτε/δικαιωθήτε
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Α.-
-
δικαιωθεί/δικαιωθή
-
-
-
-
-
Η μετοχή του ρήματος δικαιώνω στην ενεργητική φωνή
   ενεστώταςαόριστος
Α
ρ
σ.
δικαιώνων
δικαιώνοντος
δικαιώνοντα
δικαιώνων
δικαιώνοντες
δικαιωνόντων
δικαιώνοντες/δικαιώνοντας
δικαιώνοντες
δικαιώσας
δικαιώσαντος
δικαιώσαντα
δικαιώσας
δικαιώσαντες
δικαιωσάντων
δικαιώσαντες/δικαιώσαντας
δικαιώσαντες
Θ
η
λ.
δικαιώνουσα
δικαιώνουσας/δικαιωνούσης
δικαιώνουσα/δικαιώνουσαν
δικαιώνουσα
δικαιώνουσες/δικαιώνουσαι
δικαιωνουσών
δικαιώνουσες/δικαιωνούσας
δικαιώνουσες/δικαιώνουσαι
δικαιώσασα
δικαιώσασας/δικαιωσάσης
δικαιώσασα/δικαιώσασαν
δικαιώσασα
δικαιώσασες/δικαιώσασαι
δικαιωσασών
δικαιώσασες/δικαιωσάσας
δικαιώσασες/δικαιώσασαι
Ο
υ
δ.
δικαιώνον
δικαιώνοντος
δικαιώνον
δικαιώνον
δικαιώνοντα
δικαιωνόντων
δικαιώνοντα
δικαιώνοντα
δικαιώσαν
δικαιώσαντος
δικαιώσαν
δικαιώσαν
δικαιώσαντα
δικαιωσάντων
δικαιώσαντα
δικαιώσαντα
Η μετοχή του ρήματος δικαιώνω στην παθητική φωνή
   αόριστοςπαρακείμενος
Α
ρ
σ.
δικαιωθείς
δικαιωθέντος
δικαιωθέντα
δικαιωθείς
δικαιωθέντες
δικαιωθέντων
δικαιωθέντες/δικαιωθέντας
δικαιωθέντες
δικαιωμένος/δεδικαιωμένος
δικαιωμένου/δεδικαιωμένου
δικαιωμένο/δεδικαιωμένο/δεδικαιωμένον
δικαιωμένε/δεδικαιωμένε
δικαιωμένοι/δεδικαιωμένοι
δικαιωμένων/δεδικαιωμένων
δικαιωμένους/δεδικαιωμένους
δικαιωμένοι/δεδικαιωμένοι
Θ
η
λ.
δικαιωθείσα
δικαιωθείσας/δικαιωθείσης
δικαιωθείσα/δικαιωθείσαν
δικαιωθείσα
δικαιωθείσες/δικαιωθείσαι
δικαιωθεισών
δικαιωθείσες/δικαιωθείσας
δικαιωθείσες/δικαιωθείσαι
δικαιωμένη/δεδικαιωμένη
δικαιωμένης/δεδικαιωμένης
δικαιωμένη/δεδικαιωμένη/δεδικαιωμένην
δικαιωμένη/δεδικαιωμένη
δικαιωμένες/δεδικαιωμένες/δεδικαιωμέναι
δικαιωμένων/δεδικαιωμένων
δικαιωμένες/δεδικαιωμένες/δεδικαιωμένας
δικαιωμένες/δεδικαιωμένες/δεδικαιωμέναι
Ο
υ
δ.
δικαιωθέν
δικαιωθέντος
δικαιωθέν
δικαιωθέν
δικαιωθέντα
δικαιωθέντων
δικαιωθέντα
δικαιωθέντα
δικαιωμένο/δεδικαιωμένο/δεδικαιωμένον
δικαιωμένου/δεδικαιωμένου
δικαιωμένο/δεδικαιωμένο/δεδικαιωμένον
δικαιωμένο/δεδικαιωμένο/δεδικαιωμένον
δικαιωμένα/δεδικαιωμένα
δικαιωμένων/δεδικαιωμένων
δικαιωμένα/δεδικαιωμένα
δικαιωμένα/δεδικαιωμένα



3. δικαιωμένος

sg.δικαιώνω
δικαιώνεις
δικαιώνει
pl.δικαιώνομε / δικαιώνουμεδικαιώνομεν (λόγ.)
δικαιώνετε
δικαιώνουν
δικαιώνουνε (προφ.)
sg.δικαίωναεδικαίωνον (λόγ.)
δικαίωνεςεδικαίωνες (λόγ.)
δικαίωνεεδικαίωνε (λόγ.)
pl.δικαιώναμεεδικαιώνομεν (λόγ.)
δικαιώνατεεδικαιώνετε (λόγ.)
δικαίωναν
δικαιώναν / δικαιώνανε (προφ.)
εδικαίωνον (λόγ.)
sg.δικαίωσαεδικαίωσα (λόγ.)
δικαίωσεςεδικαίωσας (λόγ.)
δικαίωσεεδικαίωσε (λόγ.)
pl.δικαιώσαμεεδικαιώσαμεν (λόγ.)
δικαιώσατεεδικαιώσατε (λόγ.)
δικαίωσαν
δικαιώσαν / δικαιώσανε (προφ.)
εδικαίωσαν (λόγ.)
sg.έχω δικαιώσει
έχεις δικαιώσει
έχει δικαιώσει
pl.έχουμε δικαιώσει
έχετε δικαιώσει
έχουν δικαιώσει
sg.είχα δικαιώσει
είχες δικαιώσει
είχε δικαιώσει
pl.είχαμε δικαιώσει
είχατε δικαιώσει
είχαν δικαιώσει
sg.θα έχω δικαιώσει
θα έχεις δικαιώσει
θα έχει δικαιώσει
pl.θα έχουμε δικαιώσει
θα έχετε δικαιώσει
θα έχουν δικαιώσει
sg.θα δικαιώνω
θα δικαιώνειςθα δικαιώνης (λόγ.)
θα δικαιώνειθα δικαιώνη (λόγ.)
pl.θα δικαιώνομε / θα δικαιώνουμεθα δικαιώνωμεν (λόγ.)
θα δικαιώνετε
θα δικαιώνουν
θα δικαιώνουνε (προφ.)
sg.θα δικαιώσω
θα δικαιώσειςθα δικαιώσης (λόγ.)
θα δικαιώσειθα δικαιώση (λόγ.)
pl.θα δικαιώσομε / θα δικαιώσουμεθα δικαιώσωμεν (λόγ.)
θα δικαιώσετε
θα δικαιώσουν
θα δικαιώσουνε (προφ.)
sg.να δικαιώνω
να δικαιώνειςνα δικαιώνης (λόγ.)
να δικαιώνεινα δικαιώνη (λόγ.)
pl.να δικαιώνομε / να δικαιώνουμενα δικαιώνωμεν (λόγ.)
να δικαιώνετε
να δικαιώνουν
να δικαιώνουνε (προφ.)
sg.να δικαιώσω
να δικαιώσειςνα δικαιώσης (λόγ.)
να δικαιώσεινα δικαιώση (λόγ.)
pl.να δικαιώσομε / να δικαιώσουμενα δικαιώσωμεν (λόγ.)
να δικαιώσετε
να δικαιώσουν
να δικαιώσουνε (προφ.)
sg.να έχω δικαιώσει
να έχεις δικαιώσει
να έχει δικαιώσει
pl.να έχουμε δικαιώσει
να έχετε δικαιώσει
να έχουν δικαιώσει
sg.-
δικαίωνε
-
pl.-
δικαιώνετε
-
sg.-
δικαίωσε
-
pl.-
δικαιώστεδικαιώσατε (λόγ.)
-
δικαιώσει
δικαιώνοντας
sg.ο δικαιώνων
του δικαιώνοντος
το δικαιώνοντα
δικαιώνων
pl.οι δικαιώνοντες
των δικαιωνόντων
τους δικαιώνοντεςτους δικαιώνοντας (λόγ.)
δικαιώνοντες
sg.η δικαιώνουσα
της δικαιώνουσας
της δικαιωνούσης (κ. λόγ.)
τη δικαιώνουσατην δικαιώνουσαν (λόγ.)
δικαιώνουσα
pl.οι δικαιώνουσεςαι δικαιώνουσαι (λόγ.)
των δικαιωνουσών
τις δικαιώνουσεςτας δικαιωνούσας (λόγ.)
δικαιώνουσες δικαιώνουσαι (λόγ.)
sg.το δικαιώνον
του δικαιώνοντος
το δικαιώνον
δικαιώνον
pl.τα δικαιώνοντα
των δικαιωνόντων
τα δικαιώνοντα
δικαιώνοντα
sg.ο δικαιώσας
του δικαιώσαντος
το δικαιώσαντα
δικαιώσας
pl.οι δικαιώσαντες
των δικαιωσάντων
τους δικαιώσαντεςτους δικαιώσαντας (λόγ.)
δικαιώσαντες
sg.η δικαιώσασα
της δικαιώσασας
της δικαιωσάσης (κ. λόγ.)
τη δικαιώσασατην δικαιώσασαν (λόγ.)
δικαιώσασα
pl.οι δικαιώσασεςαι δικαιώσασαι (λόγ.)
των δικαιωσασών
τις δικαιώσασεςτας δικαιωσάσας (λόγ.)
δικαιώσασες δικαιώσασαι (λόγ.)
sg.το δικαιώσαν
του δικαιώσαντος
το δικαιώσαν
δικαιώσαν
pl.τα δικαιώσαντα
των δικαιωσάντων
τα δικαιώσαντα
δικαιώσαντα
sg.δικαιώνομαι
δικαιώνεσαι
δικαιώνεται
pl.δικαιωνόμαστεδικαιωνόμεθα (λόγ.)
δικαιώνεστεδικαιώνεσθε (λόγ.)
δικαιώνονται
sg.δικαιωνόμουνεδικαιωνόμην (λόγ.)
δικαιωνόσουνεδικαιώνεσο (λόγ.)
δικαιωνόταν
δικαιώνετο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εδικαιώνετο (λόγ.)
pl.δικαιωνόμαστεεδικαιωνόμεθα (λόγ.)
δικαιωνόσαστεεδικαιώνεσθε (λόγ.)
δικαιώνονταν
δικαιώνοντο (με λόγια κατάληξη χωρίς αύξηση)
εδικαιώνοντο (λόγ.)
sg.δικαιώθηκαεδικαιώθην (λόγ.)
δικαιώθηκεςεδικαιώθης (λόγ.)
δικαιώθηκεεδικαιώθη (λόγ.)
pl.δικαιωθήκαμεεδικαιώθημεν (λόγ.)
δικαιωθήκατεεδικαιώθητε (λόγ.)
δικαιώθηκαν
δικαιωθήκαν / δικαιωθήκανε (προφ.)
εδικαιώθησαν (λόγ.)
sg.έχω δικαιωθείέχω δικαιωθή (λόγ.)
έχεις δικαιωθείέχεις δικαιωθή (λόγ.)
έχει δικαιωθείέχει δικαιωθή (λόγ.)
pl.έχουμε δικαιωθείέχουμε δικαιωθή (λόγ.)
έχετε δικαιωθείέχετε δικαιωθή (λόγ.)
έχουν δικαιωθείέχουν δικαιωθή (λόγ.)
sg.είμαι δικαιωμένος
είσαι δικαιωμένος
είναι δικαιωμένος
pl.είμαστε δικαιωμένοι
είσαστε δικαιωμένοι
είναι δικαιωμένοι
sg.είχα δικαιωθείείχα δικαιωθή (λόγ.)
είχες δικαιωθείείχες δικαιωθή (λόγ.)
είχε δικαιωθείείχε δικαιωθή (λόγ.)
pl.είχαμε δικαιωθείείχαμε δικαιωθή (λόγ.)
είχατε δικαιωθείείχατε δικαιωθή (λόγ.)
είχαν δικαιωθείείχαν δικαιωθή (λόγ.)
sg.ήμουν δικαιωμένος
ήσουν δικαιωμένος
ήταν δικαιωμένος
pl.ήμασταν δικαιωμένοι
ήσασταν δικαιωμένοι
ήταν δικαιωμένοι
sg.θα έχω δικαιωθείθα έχω δικαιωθή (λόγ.)
θα έχεις δικαιωθείθα έχης δικαιωθή (λόγ.)
θα έχει δικαιωθείθα έχη δικαιωθή (λόγ.)
pl.θα έχουμε δικαιωθείθα έχωμεν δικαιωθή (λόγ.)
θα έχετε δικαιωθείθα έχετε δικαιωθή (λόγ.)
θα έχουν δικαιωθείθα έχουν δικαιωθή (λόγ.)
sg.θα είμαι δικαιωμένος
θα είσαι δικαιωμένος
θα είναι δικαιωμένος
pl.θα είμαστε δικαιωμένοι
θα είσαστε δικαιωμένοι
θα είναι δικαιωμένοι
sg.θα δικαιώνομαιθα δικαιώνωμαι (λόγ.)
θα δικαιώνεσαι
θα δικαιώνεται
pl.θα δικαιωνόμαστεθα δικαιωνώμεθα (λόγ.)
θα δικαιώνεστεθα δικαιώνεσθε (λόγ.)
θα δικαιώνονταιθα δικαιώνωνται (λόγ.)
sg.θα δικαιωθώθα δικαιωθώ (λόγ.)
θα δικαιωθείςθα δικαιωθής (λόγ.)
θα δικαιωθείθα δικαιωθή (λόγ.)
pl.θα δικαιωθούμεθα δικαιωθώμεν (λόγ.)
θα δικαιωθείτεθα δικαιωθήτε (λόγ.)
θα δικαιωθούν
θα δικαιωθούνε (προφ.)
θα δικαιωθούν (λόγ.)
sg.να δικαιώνομαινα δικαιώνωμαι (λόγ.)
να δικαιώνεσαι
να δικαιώνεται
pl.να δικαιωνόμαστενα δικαιωνώμεθα (λόγ.)
να δικαιώνεστενα δικαιώνεσθε (λόγ.)
να δικαιώνονταινα δικαιώνωνται (λόγ.)
sg.να δικαιωθώνα δικαιωθώ (λόγ.)
να δικαιωθείςνα δικαιωθής (λόγ.)
να δικαιωθείνα δικαιωθή (λόγ.)
pl.να δικαιωθούμενα δικαιωθώμεν (λόγ.)
να δικαιωθείτενα δικαιωθήτε (λόγ.)
να δικαιωθούν
να δικαιωθούνε (προφ.)
να δικαιωθούν (λόγ.)
sg.να έχω δικαιωθείνα έχω δικαιωθή (λόγ.)
να έχεις δικαιωθείνα έχης δικαιωθή (λόγ.)
να έχει δικαιωθείνα έχη δικαιωθή (λόγ.)
pl.να έχουμε δικαιωθείνα έχωμεν δικαιωθή (λόγ.)
να έχετε δικαιωθείνα έχετε δικαιωθή (λόγ.)
να έχουν δικαιωθείνα έχουν δικαιωθή (λόγ.)
sg.να είμαι δικαιωμένος
να είσαι δικαιωμένος
να είναι δικαιωμένος
pl.να είμαστε δικαιωμένοι
να είσαστε δικαιωμένοι
να είναι δικαιωμένοι
sg.-
-
-
pl.-
δικαιώνεστεδικαιώνεσθε (λόγ.)
-
sg.-
δικαιώσου
-
pl.-
δικαιωθείτεδικαιωθήτε (λόγ.)
-
δικαιωθεί δικαιωθή (λόγ.)
sg.ο δικαιωθείς
του δικαιωθέντος
το δικαιωθέντα
δικαιωθείς
pl.οι δικαιωθέντες
των δικαιωθέντων
τους δικαιωθέντεςτους δικαιωθέντας (λόγ.)
δικαιωθέντες
sg.η δικαιωθείσα
της δικαιωθείσας
της δικαιωθείσης (κ. λόγ.)
τη δικαιωθείσατην δικαιωθείσαν (λόγ.)
δικαιωθείσα
pl.οι δικαιωθείσεςαι δικαιωθείσαι (λόγ.)
των δικαιωθεισών
τις δικαιωθείσεςτας δικαιωθείσας (λόγ.)
δικαιωθείσες δικαιωθείσαι (λόγ.)
sg.το δικαιωθέν
του δικαιωθέντος
το δικαιωθέν
δικαιωθέν
pl.τα δικαιωθέντα
των δικαιωθέντων
τα δικαιωθέντα
δικαιωθέντα
sg.ο δικαιωμένοςο δεδικαιωμένος (λόγ.)
του δικαιωμένουτου δεδικαιωμένου (λόγ.)
το δικαιωμένοτον δεδικαιωμένο (λόγ.)
τον δεδικαιωμένον (λογιότ.)
δικαιωμένε δεδικαιωμένε (λόγ.)
pl.οι δικαιωμένοιοι δεδικαιωμένοι (λόγ.)
των δικαιωμένωντων δεδικαιωμένων (λόγ.)
τους δικαιωμένουςτους δεδικαιωμένους (λόγ.)
δικαιωμένοι δεδικαιωμένοι (λόγ.)
sg.η δικαιωμένηη δεδικαιωμένη (λόγ.)
της δικαιωμένηςτης δεδικαιωμένης (λόγ.)
τη δικαιωμένητην δεδικαιωμένη (λόγ.)
την δεδικαιωμένην (λογιότ.)
δικαιωμένη δεδικαιωμένη (λόγ.)
pl.οι δικαιωμένεςαι δεδικαιωμένες (λόγ.)
αι δεδικαιωμέναι (λογιότ.)
των δικαιωμένωντων δεδικαιωμένων (λόγ.)
τις δικαιωμένεςτας δεδικαιωμένες (λόγ.)
τας δεδικαιωμένας (λογιότ.)
δικαιωμένες δεδικαιωμένες (λόγ.)
δεδικαιωμέναι (λογιότ.)
sg.το δικαιωμένοτο δεδικαιωμένο (λόγ.)
το δεδικαιωμένον (λογιότ.)
του δικαιωμένουτου δεδικαιωμένου (λόγ.)
το δικαιωμένοτο δεδικαιωμένο (λόγ.)
το δεδικαιωμένον (λογιότ.)
δικαιωμένο δεδικαιωμένο (λόγ.)
δεδικαιωμένον (λογιότ.)
pl.τα δικαιωμένατα δεδικαιωμένα (λογιότ.)
των δικαιωμένωντων δεδικαιωμένων (λόγ.)
τα δικαιωμένατα δεδικαιωμένα (λογιότ.)
δικαιωμένα δεδικαιωμένα (λογιότ.)




случайная выборка слов из базы






















мастер на час минск, литовский словарь