Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. δικαιοστάσιο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δικαιοστάσιο δικαιοστάσια
γενική δικαιοστασίου δικαιοστασίων
αιτιατική δικαιοστάσιο δικαιοστάσια
κλητική δικαιοστάσιο δικαιοστάσια




2. δικαιοστάσιο
noun.
sg.το δικαιοστάσιοτο δικαιοστάσιον (λόγ.)
του δικαιοστασίου
το δικαιοστάσιοτο δικαιοστάσιον (λόγ.)
δικαιοστάσιο δικαιοστάσιον (λόγ.)
pl.τα δικαιοστάσια
των δικαιοστασίων
τα δικαιοστάσια
δικαιοστάσια



3. δικαιοστάσιον
noun.
sg.το δικαιοστάσιοτο δικαιοστάσιον (λόγ.)
του δικαιοστασίου
το δικαιοστάσιοτο δικαιοστάσιον (λόγ.)
δικαιοστάσιο δικαιοστάσιον (λόγ.)
pl.τα δικαιοστάσια
των δικαιοστασίων
τα δικαιοστάσια
δικαιοστάσια




случайная выборка слов из базы

τερέβινθος κυβερνών παραγοντισμός πρωτοβρόχι κατηχούμενος ανεπικερδής έξαψη καταιγισμός ανά μεταστοιχείωση νεροφάγωμα διπλέλικος αιθυλένιο αρθρογραφία αλεξίπτωτο ψημένος απονήρευτα διασκευασμένος προκοπή σπλην ευκαλυπτέλαιο μακέλεμα καβουρντιστός πλευρό αμαζονικός εικόνισμα αγγελιοφόρος αδιατάρακτα κομουνιστής πολυμορφία δεσμίδα εχθρότητα μαράζωμα βρομόπαιδο ξεκούτιασμα ιπποδρομία αναδρομή
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве