Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. διιστάμενος

sg.διίσταμαι
διίστασαι
διίσταται
pl.διιστάμεθα
διίστασθε
διίστανται
sg.-διιστάμην (λόγ.)
-διίστασο (λόγ.)
εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνοδιίστατο (λόγ.)
pl.-διιστάμεθα (λόγ.)
-διίστασθε (λόγ.)
εύχρηστο το γ' πρόσ. μόνοδιίσταντο (λόγ.)
sg.θα διίσταμαι
θα διίστασαι
θα διίσταται
pl.θα διιστάμεθα
θα διίστασθε
θα διίστανται
sg.να διίσταμαι
να διίστασαι
να διίσταται
pl.να διιστάμεθα
να διίστασθε
να διίστανται
sg.-
-
-
pl.-
διίστασθε
-
sg.ο διιστάμενος
του διιστάμενουτου διισταμένου (λόγ.)
το διιστάμενοτον διιστάμενον (λόγ.)
διιστάμενε
pl.οι διιστάμενοι
των διιστάμενωντων διισταμένων (λόγ.)
τους διιστάμενουςτους διισταμένους (λόγ.)
διιστάμενοι
sg.η διιστάμενηη διισταμένη (λόγ.)
της διιστάμενηςτης διισταμένης (λόγ.)
τη διιστάμενητην διισταμένη (λόγ.)
την διισταμένην (λογιότ.)
διιστάμενη διισταμένη (λόγ.)
pl.οι διιστάμενεςαι διιστάμεναι (λόγ.)
των διιστάμενωντων διισταμένων (λόγ.)
τις διιστάμενεςτας διισταμένας (λόγ.)
διιστάμενες διιστάμεναι (λόγ.)
sg.το διιστάμενοτο διιστάμενον (λόγ.)
του διιστάμενουτου διισταμένου (λόγ.)
το διιστάμενοτο διιστάμενον (λόγ.)
διιστάμενο διιστάμενον (λόγ.)
pl.τα διιστάμενα
των διιστάμενωντων διισταμένων (λόγ.)
τα διιστάμενα
διιστάμενα




случайная выборка слов из базы

σταθεροποιητής πασχαλιάτικα δυφιονιάδα γκαζόζα ογδοντάρης καταγγελία υδατάνθραξ χιλιαρχία λαμπερά τσέχικος σκάρτεμα καρούλι παλαμίδα έλλειμμα υπέρθημα ψυχομέτρι παραπληρωματικός μέραρχος απογοήτευση επίστρατος υπαινικτικά μπογαλάκι ρέψιμο υπερήφανος λύμα βράζω αναγνωστήριο λαρυγγοσκόπιο ημιτόνιο Αναστασία κάμπη ραβδιά λεξικολογία μπαξεβάνης πένσα ακυρωτικός δράστρια
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве