Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. δημοκράτης
noun.
sg.ο δημοκράτης
του δημοκράτητου δημοκράτου (λόγ.)
το δημοκράτητον δημοκράτην (λόγ.)
δημοκράτη
pl.οι δημοκράτεςοι δημοκράται (λόγ.)
των δημοκρατών
τους δημοκράτεςτους δημοκράτας (λόγ.)
δημοκράτες δημοκράται (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

γονιοί βαρυνόμενος μονομανία επάνδρωσις ιδεοληψία αγριομηλιά ψυχορράγημα πνευμονία πίσσωμα γραμμόφωνον επιμήκυνσις εξατμισμένος καμηλό προαφαίρεση στεατοπυγία επεμβατισμός στραβωμένος εγκρεμός αλφάβητο σωματομετρία βίσονας καράφλα πιπερισμένος συμμαζεμένος Πάρος κομματάρχης πεντάγωνο γείσο αντίκρουσις αϊτός φιλανδικά Μορτάκια μειονεκτικά τοποθέτηση σπόρος παραγοντισμός εγγόνι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве