Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. δηλωσίας
noun.
sg.ο δηλωσίας
του δηλωσίατου δηλωσίου (λόγ.)
το δηλωσίατον δηλωσίαν (λόγ.)
δηλωσία
pl.οι δηλωσίεςοι δηλωσίαι (λόγ.)
των δηλωσιών
τους δηλωσίεςτους δηλωσίας (λόγ.)
δηλωσίες δηλωσίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ξωτικό κρεβατοκάμαρα ξενιτεμός Λεττονή άχυρο οργασμός αναγνωστικός τρατάρης διάζωμα εξομολογητής στερεοτυπείο μπόχα τέλειος κονταροχτύπημα φέλπα φλασκωτός νιχιλιστής γαλλισμός νηπιαγωγός αλαφιασμένα ραβδιστήρα ολιγανθρωπία φυσιογνωμία αντεραστής εξώγαμος αγριότητα πυρπόλησις σημαινόμενο νανούρισμα Ασπίς λογισμός υπολογισμένος επάγγελμα επιφανειακά βαλκανολόγος κύμβαλο καπετανάτο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве