Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. Δίκτυον
noun.
sg.το δίκτυοτο δίκτυον (λόγ.)
του δικτύου
το δίκτυοτο δίκτυον (λόγ.)
δίκτυο δίκτυον (λόγ.)
pl.τα δίκτυα
των δικτύων
τα δίκτυα
δίκτυα




случайная выборка слов из базы

ξεκουμπωμένος μονιστής στραβοπάτημα πειραϊκός Επτάνησα στρογγυλάδα επιγλωττίδα σουπερνόβα υψωμός μεταγλώττιση πολιτισμικά συμπύκνωσις γουμένισσα σκελετωμένος μεθοδολογία υποσμία Φεβρουάριος ασβεστίτης παγωτό ρευματοπάθεια άκεντρος μαγνητόφωνο κηρυγμένος συμβατικότητα κούκου αφήλιο σύναψη ναυτία ψέμα σκοταδισμός ποντικοπαγίδα πληκτρολογώντας θώρακας ωφελιμότητα όρυζα γεμίζοντας ανθρωπωνυμία
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве