Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. γυναικάκι
noun.
sg.το γυναικάκι
-
το γυναικάκι
γυναικάκι
pl.τα γυναικάκια
-
τα γυναικάκια
γυναικάκια




случайная выборка слов из базы

Ψαχνιώτης επανεμφανιζόμενος ατομίστρια κατώφλι σαμούρι δογματισμός ναυτολόγιο μεζεκλής ιπποσκευή παρεμπόδιση καθαρολόγος τετραφθοροδιάζωτο μακαρόνια γυμνό καταβαλλόμενος Ρώμη πλευρά μηχανουργία αποκολλώντας μουτρωμένος τρικολόρε πατητή ρευματολογικός συναρμοσμένος χαλκογραφία στρατηγός μεσσιανισμός κατανάλωση συνημίτονο στρουθοκάμηλος ημιδιατροφή ιδροκοπημένος συνορίτισσα κουρμπάνι άγημα εκγύμναση αδαμαντοκόλλητος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве