Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. γεύση
noun.
sg.η γεύσηη γεύσις (λόγ.)
της γεύσεως / γεύσηςτης γεύσεως (λόγ.)
τη γεύσητην γεύσιν (λόγ.)
γεύση γεύσι / γεύσις (λόγ.)
pl.οι γεύσειςαι γεύσεις (λόγ.)
των γεύσεωντων γεύσεων (λόγ.)
τις γεύσειςτας γεύσεις (λόγ.)
γεύσεις γεύσεις (λόγ.)



2. γεύσις
noun.
sg.η γεύσηη γεύσις (λόγ.)
της γεύσεως / γεύσηςτης γεύσεως (λόγ.)
τη γεύσητην γεύσιν (λόγ.)
γεύση γεύσι / γεύσις (λόγ.)
pl.οι γεύσειςαι γεύσεις (λόγ.)
των γεύσεωντων γεύσεων (λόγ.)
τις γεύσειςτας γεύσεις (λόγ.)
γεύσεις γεύσεις (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ζωηρότητα ουμανισμός Κλεοπάτρα οργώσιμος γελαδάρης αλητήριος ραβδοσκόπος αίγα αντίχειρας παιδομάνι διαστροφή μοσχοσάπουνο τροχόσπιτο τηλεμετρία μηλοπηπονιά μελισσοφάγος ανακρίβεια Λάμπρος τρομαγμένος κοπρολόγος φοιτητριούλα χιτώνιο διαλάλησις επιτύμβιος έλεγχος φασουλάδα αλίπαστος ποταμόπλοιον απολυτότης μπουκίτσα παράλειψη χορός χούι σωτήρας φωνογράφος αστίατρος μονιμοποιημένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве