Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 4

1. γειτονοπούλα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γειτονοπούλα γειτονοπούλες
γενική γειτονοπούλας
αιτιατική γειτονοπούλα γειτονοπούλες
κλητική γειτονοπούλα γειτονοπούλες




2. γειτονόπουλο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γειτονόπουλο γειτονόπουλα
γενική γειτονόπουλου γειτονόπουλων
αιτιατική γειτονόπουλο γειτονόπουλα
κλητική γειτονόπουλο γειτονόπουλα




3. γειτονόπουλο
noun.
sg.το γειτονόπουλο
του γειτονόπουλου
το γειτονόπουλο
γειτονόπουλο
pl.τα γειτονόπουλα
των γειτονόπουλων
τα γειτονόπουλα
γειτονόπουλα



4. γειτονοπούλα
noun.
sg.η γειτονοπούλα
της γειτονοπούλας
τη γειτονοπούλα
γειτονοπούλα
pl.οι γειτονοπούλες
-
τις γειτονοπούλες
γειτονοπούλες




случайная выборка слов из базы

περισταλτικός ω κινητικότητα μεθοδιστής οφείλομαι κεραμιδωμένος Λιψία ανυπαρξία ερυθρότης ροκάνισμα αερομοντελισμός απουσιολόγος συμμαχία αγνωμοσύνη καπνοσακούλα διακινδύνευση καβουρντισμένος πέστροφα προγυμνάστρια αγωγιάτης μιμητής πρόκριση υπναράς ελεφαντοκόκαλο θύμος χασισοποτείο ρετάλι συνήθειο μαστροπός ακυρωμένος φτωχολογιά εμφανιστήριο σιρόκος αντικατάσταση σαδίστρια ομαλότης φαύλος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве