Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. γαμπρός

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαμπρός γαμπροί
γενική γαμπρού γαμπρών
αιτιατική γαμπρό γαμπρούς
κλητική γαμπρέ γαμπροί




2. γαμπρός
noun.
sg.ο γαμπρός
του γαμπρού
το γαμπρό
γαμπρέ
pl.οι γαμπροί
των γαμπρών
τους γαμπρούς
γαμπροί




случайная выборка слов из базы

ζευγίτης λυρικά φερεγγυότης ραμμένος μέλλει τσουράπω μαρκάρισμα ακροβολιστί κοριτσάκι πολλαχώς πατριώτης ρελιάστρα χελώνη σταθεροποίηση μάρκο σερσέμισσα διχρωμία πορνεία ρουτίνα ακροβάτης αμφιταλαντευόμενος λογοκλόπος μπουγιαμπέσα πρεσβύτης νομοσχέδιο ψαμμιτικός εράνισμα προξενιά καθετοποίηση δανείστρια αθλητικογράφος εγκεφαλίτιδα Ρηνιώ διαπόμπευση ηλίανθος σορολόπι μποϊκοτάζ
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве