Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. γαλακτοπαραγωγή
noun.
sg.η γαλακτοπαραγωγή
της γαλακτοπαραγωγής
τη γαλακτοπαραγωγήτην γαλακτοπαραγωγήν (λόγ.)
γαλακτοπαραγωγή
pl.-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

υδρωπικία ευπρόσιτος βασανιστής γατόψαρο γωνιόμετρο καταπιεσμένος μελανοταινία παλτό βαρύαυλος ρωμιοσύνη μισοφόρι πετονιά μυζώντας αιμοδοσία τσιμπιδάκι μαοϊσμός ληγμένος ινφάντα αποτραβώντας κορόνα Ωκεανός γραμμικά μεγαλομανία αποτέφρωσις αλλαντοπώλης μαεστρία υπολογισμός υπόδημα προσμέτρησις ενότητα κερκίδα γραμματέας προσωπικότης ερεισίνωτο φουφού ιχνογραφία κρησαρισμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве