Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. βιτρίνα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιτρίνα βιτρίνες
γενική βιτρίνας βιτρινών
αιτιατική βιτρίνα βιτρίνες
κλητική βιτρίνα βιτρίνες




2. βιτρίνα
noun.
sg.η βιτρίνα
της βιτρίνας
τη βιτρίνα
βιτρίνα
pl.οι βιτρίνες
των βιτρινών
τις βιτρίνες
βιτρίνες




случайная выборка слов из базы

κώνος αρχηγίσκος κεφαλόπονος χαρακτηρολογία σιωνίστρια σκαμνάκι δεισιδαίμονας αγριοσυκιά λιπαντής λίμνη σιφονιέρα μελάσα Λεύκα καστρόπορτα ινδιάνος καταφερτζής κοιλεντερωτά λιθοτριψία σεξισμός φασματογράφος παναθηναϊκάκιας αιματόβρεχτος ψιθυριστά δεσποτεία οργίζομαι λειτουργία απροσεξία συνεργαζόμενος έκκριμα κλινάμαξα βενζινάδικο μεζεδοπωλείο μάγιστρος ανασυρμένος γλώσσημα μπαντάνα σουφραζέτα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве