Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 3

1. Βάια

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Βάια -
γενική Βάιας -
αιτιατική Βάια -
κλητική Βάια -




2. Βαΐα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Βαΐα -
γενική Βαΐας -
αιτιατική Βαΐα -
κλητική Βαΐα -




3. βάιο

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βάιο βάια
γενική βάιου βάιων
αιτιατική βάιο βάια
κλητική βάιο βάια
γενική ενικού και βαϊού<br />γενική πληθυντικού και βαϊών





случайная выборка слов из базы

χάσκω παραισθησία Ψαθάκια άζωστος δισταχτικός προγευματίζω μανιάζω διάτασις ψευτοπάτωμα αρτοποιία στένωσις ξανακούω σύρτη τσαλάκωμα μερακλωμένος ιδεολογία ενδιαμέσως θερμαστής οινοχαρής απλότητα δηλαδή εξισλαμίζω υπενοικιαστής παιδιάρισμα πολιτικώς αγαθοσύνη τρεκλίζω τσουνί πάπλωμα σερβιτόρος σκάφος φιλυποψία επικός απόπειρα αυτοδημιούργητος μπουρζουαζία κατατοπισμός





















мастер на час минск, литовский словарь