Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. αψιμαχία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αψιμαχία αψιμαχίες
γενική αψιμαχίας αψιμαχιών
αιτιατική αψιμαχία αψιμαχίες
κλητική αψιμαχία αψιμαχίες




2. αψιμαχία
noun.
sg.η αψιμαχία
της αψιμαχίας
την αψιμαχίατην αψιμαχίαν (λόγ.)
αψιμαχία
pl.οι αψιμαχίεςαι αψιμαχίαι (λόγ.)
των αψιμαχιών
τις αψιμαχίεςτας αψιμαχίας (λόγ.)
αψιμαχίες αψιμαχίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

αγωνοθεσία σιγούρεμα ματαίως κωδωνοστάσιο μίλι μπούφος γέννα τώρα κλούβα δισκίον κρούσις Ανακρέων χωροδεσποτεία μεταξοπαραγωγός κοσμοπολιτισμός τηλεγραφώντας φιλαυτία οίηση μηλαφάνα αμφικτίονες ετερονομία εξεναντίας τρίποντο χειραφέτησις Γεωργία ειρηνικώς κομμώτρια υδροκεφαλισμός ερημοκλήσι Αλεξανδρούπολη αφαιρεμένος θολούρα σκουφί προφητεία βαριεστώντας καλοπληρωμένος αναντίρρητος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве