Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. αφθονία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφθονία αφθονίες
γενική αφθονίας αφθονιών
αιτιατική αφθονία αφθονίες
κλητική αφθονία αφθονίες




2. Αφθονία
noun.
sg.η αφθονία
της αφθονίας
την αφθονίατην αφθονίαν (λόγ.)
αφθονία
pl.οι αφθονίεςαι αφθονίαι (λόγ.)
των αφθονιών
τις αφθονίεςτας αφθονίας (λόγ.)
αφθονίες αφθονίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ακορντεονίστρια περίβλεπτος κατασκοπευτικά αποπληθωρισμός ιδιόρρυθμα προάσκησις ζαργάνα ανανέωση μηχανοργάνωση ακαπήλευτος συγκληρονομία κάλαντα γυαλοκοπώντας αργυροχοΐα μπουμπάρι συμμάζεμα οικονομολόγος περιύβριση εθελοδουλία τράγος πρωτόμπαρκος τσούξιμο τυραννίδα κακοπερνώντας κυδωνόπαστο εντοπισμός χαλκουργείο όρχος ευθεία τσακίστρα Πόρος ταβερνούλα γαλατικός συνταγολόγιον ενδοτικότητα δελφίνι δικαστής
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве