Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. αριστοκρατία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αριστοκρατία αριστοκρατίες
γενική αριστοκρατίας αριστοκρατιών
αιτιατική αριστοκρατία αριστοκρατίες
κλητική αριστοκρατία αριστοκρατίες




2. αριστοκρατία
noun.
sg.η αριστοκρατία
της αριστοκρατίας
την αριστοκρατίατην αριστοκρατίαν (λόγ.)
αριστοκρατία
pl.οι αριστοκρατίεςαι αριστοκρατίαι (λόγ.)
των αριστοκρατιών
τις αριστοκρατίεςτας αριστοκρατίας (λόγ.)
αριστοκρατίες αριστοκρατίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

πίτουρο οχτάεδρο χρονολογία αυθορμητισμός ενδυναμώνω ακροαστικά ορχιδέα ξεθέωμα ξεμπέρδεμα αρκουδοπούρναρο διστακτικότης πετσοκομμένος βιοδιασπώμενος πληθυσμιακός Τιμολέων κούρτη θρησκειολογία καπλαντίζω πορνείο κοντάκι σανίδωσις Σκεύος τρυγώ τσαουλί αττικισμός φαναρτζίδικο πλαστοπροσωπία Μεσολογγίτης κολύμβηση παρκόμετρον σαβανωμένος σφενδόνη χαρτόδεμα μουρλέγκω παλαιογράφος θηκάρι αμυδρά