Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. απρόσωπος

πτώση ενικός
ονομαστική απρόσωπος απρόσωπη απρόσωπο
γενική απρόσωπου απρόσωπης απρόσωπου
αιτιατική απρόσωπο απρόσωπη απρόσωπο
κλητική απρόσωπε απρόσωπη απρόσωπο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική απρόσωποι απρόσωπες απρόσωπα
γενική απρόσωπων απρόσωπων απρόσωπων
αιτιατική απρόσωπους απρόσωπες απρόσωπα
κλητική απρόσωποι απρόσωπες απρόσωπα




2. απρόσωπα
adv.
απρόσωπα



случайная выборка слов из базы

πασάρω συμπερασμός σαμπλεδάκι βορειοανατολικός χειρίστρια μανούλι ψυχαριστής έδρανο αρραγής αντιπροσωπεύω μαέστρος ηφαιστειολόγος ζωοποιός διανοίγω συγκεντρωμένα αμφιθέατρο ταμπλό ανθολόγησις πάκτωση επιμαρτυρία μονιμάς ντοπάρισμα τυφλοκομείο θετικιστικά νερόπλυμα δένδρο οιωνοσκόπος άμπωτις σπαρταριστός πολλοστός παρακολουθώ τρεις φωσφορυλίωση μέτοικος παίρνω λαογράφος γείσωμα





















мастер на час минск, литовский словарь