Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. απονάρκωση
noun.
sg.η απονάρκωσηη απονάρκωσις (λόγ.)
της αποναρκώσεως / απονάρκωσης
την απονάρκωσητην απονάρκωσιν (λόγ.)
απονάρκωση απονάρκωσι / απονάρκωσις (λόγ.)
pl.οι αποναρκώσεις
των αποναρκώσεων
τις αποναρκώσεις
αποναρκώσεις



2. απονάρκωσις
noun.
sg.η απονάρκωσηη απονάρκωσις (λόγ.)
της αποναρκώσεως / απονάρκωσης
την απονάρκωσητην απονάρκωσιν (λόγ.)
απονάρκωση απονάρκωσι / απονάρκωσις (λόγ.)
pl.οι αποναρκώσεις
των αποναρκώσεων
τις αποναρκώσεις
αποναρκώσεις




случайная выборка слов из базы

δυσπαράπλευστος παράπτωμα νευροπληξία μετρητά τρομάρα λυσσιατρείο φθορά ρύπος ποπό σφυροβολία κατηγόρημα ζούμπερο σκληραγωγημένος πρωτοδίκης αποψίλωση χαρτζιλίκωμα Μεγαλόπολη εκλογολόγος διακριτικά γερός παρκόμετρον διάτα ρεπόρτερ ψευτιά παραιτημένος ενδυμασία ενδελεχής λιοστάσι πεζικάριος παλαμάρι αφηνίαση δεμάτι διωγμός κόμπρα ταξιτζίνα χρεμέτισμα ζηλεμένος
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве