Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. απολίθωμα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απολίθωμα απολιθώματα
γενική απολιθώματος απολιθωμάτων
αιτιατική απολίθωμα απολιθώματα
κλητική απολίθωμα απολιθώματα




2. απολίθωμα
noun.
sg.το απολίθωμα
του απολιθώματος
το απολίθωμα
απολίθωμα
pl.τα απολιθώματα
των απολιθωμάτων
τα απολιθώματα
απολιθώματα




случайная выборка слов из базы

αντιπρόσωπος ζωντανό επικράτεια σώρευσις διασυρμός καβάλημα εκτιμητής νεφρί ξελιγωμένος διακονιάρισσα μαστιχόμελο ραχατλίκι συναρμολόγηση πρωταθλητισμός βορά φαλαρόποδας στεριά κλιβανισμός ανώνυμα πετρελαιοκινητήρας αφετηρία ουσάρος πατατοκροκέτα πλαστογραφία αλληλούια λατομείο στρωματογραφία σημαινόμενο βεράντα παιδί περδούκλι ταΐστρα μπεκροκανάτα εφταμηνίτης ετερώνυμος κατακαμπής σαφρίδι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве