Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. απλοϊκότητα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική απλοϊκότητα απλοϊκότητες
γενική απλοϊκότητας απλοϊκοτήτων
αιτιατική απλοϊκότητα απλοϊκότητες
κλητική απλοϊκότητα απλοϊκότητες




2. απλοϊκότητα
noun.
sg.η απλοϊκότηταη απλοϊκότης (λόγ.)
της απλοϊκότηταςτης απλοϊκότητος (λόγ.)
την απλοϊκότητα
απλοϊκότητα απλοϊκότης (λόγ.)
pl.οι απλοϊκότητες
των απλοϊκοτήτων
τις απλοϊκότητεςτας απλοϊκότητας (λόγ.)
απλοϊκότητες




случайная выборка слов из базы

προοιμιακός καθημαγμένος κόνξα φραπές διαπιστώνοντας ξεσκατώνω στερεοχημικός συμπρωταγωνιστώντας ανασκάβω παριανός αποστηθίζω ανυψωμένος ιδεαλισμός Τήνος όχθη σκανδαλοθηρία ενσπείρω ατενώς καθιστός αμπογιάντιστος καλογερικός κλεφτοκοτάς χάσιμο ελληνικούρα χαρτοσημαίνω ντουμανιασμένος ματοβαμμένος συνθηκολόγηση φραγκοδίφραγκα πρωτάρης γαλιάντρα ξεντερίζω τροχός ακομμάτιαστος χωροταξικός λίγωμα αποθεματικός





















мастер на час минск, литовский словарь