Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. αντιπληθωριστικός
adj.

Το επίθετο αντιπληθωριστικός
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
αντιπληθωριστικός
αντιπληθωριστικού
αντιπληθωριστικό/αντιπληθωριστικόν
αντιπληθωριστικέ
αντιπληθωριστικοί
αντιπληθωριστικών
αντιπληθωριστικούς
αντιπληθωριστικοί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
αντιπληθωριστική
αντιπληθωριστικής
αντιπληθωριστική/αντιπληθωριστικήν
αντιπληθωριστική
αντιπληθωριστικές/αντιπληθωριστικαί
αντιπληθωριστικών
αντιπληθωριστικές/αντιπληθωριστικάς
αντιπληθωριστικές/αντιπληθωριστικαί
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
αντιπληθωριστικό/αντιπληθωριστικόν
αντιπληθωριστικού
αντιπληθωριστικό/αντιπληθωριστικόν
αντιπληθωριστικό/αντιπληθωριστικόν
αντιπληθωριστικά
αντιπληθωριστικών
αντιπληθωριστικά
αντιπληθωριστικά
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

μπαμπέσικος συνδρομή κλινικός ολόδροσος τερματισμένος καλοτυχίζω φερμάνι συνοικιακός αγοράκι τρόμαγμα δικαιωματικός θρεπτικός στρουθοκάμηλος μεταρσιώνω επικαιρότητα κτητορικός Αντικυριώτης πολιτειακός μυροβόλος δυσφορώ ραγιάς καλοπερνώντας φθινόπωρον εξευτελισμός διαλυτικά πρυμιός ντιλεταντισμός πρωτάτο απεξάρτηση ξενερωμένος κληροδότημα πιπίλισμα άνοδος ακατοχύρωτος προκατασκευή τέτανος ευγενικός