Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. αμλετικός

πτώση ενικός
ονομαστική αμλετικός αμλετική αμλετικό
γενική αμλετικού αμλετικής αμλετικού
αιτιατική αμλετικό αμλετική αμλετικό
κλητική αμλετικέ αμλετική αμλετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αμλετικοί αμλετικές αμλετικά
γενική αμλετικών αμλετικών αμλετικών
αιτιατική αμλετικούς αμλετικές αμλετικά
κλητική αμλετικοί αμλετικές αμλετικά





случайная выборка слов из базы

ξανθός λιανίζω κλιβανισμός καρδιακός υποδειγματικός εμψυχωτής φλοιώδης τρόικα καντηλιέρι ριζοσπαστισμός μεσοπόλεμος σημασιολογία οστεώδης ανάλατα πάτημα χαρακτηρίζω σιγάζω τραχανολαχανόσουπα δασκάλα ντιβανάκι κακίζω αναγκάζομαι διαδοχικός θρομβολυτικά συγκλονιστικός βαναυσότητα καπλάντισμα κονδύλωμα περδικούλα κυβερνητική εξαιρετικός κατεσπευσμένα συναγωνιστικότητα αχρηστία κουβερνάντα μονόξυλο λογής





















мастер на час минск, литовский словарь