Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. αλεύκαντος
adj.

Το επίθετο αλεύκαντος
   θετικόςσυγκριτικόςυπερθετικός
Α
ρ
σ.
αλεύκαντος
αλεύκαντου/αλευκάντου
αλεύκαντο/αλεύκαντον
αλεύκαντε
αλεύκαντοι
αλεύκαντων/αλευκάντων
αλεύκαντους/αλευκάντους
αλεύκαντοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Θ
η
λ.
αλεύκαντη/αλεύκαντος
αλεύκαντης/αλευκάντου
αλεύκαντη/αλεύκαντον
αλεύκαντη/αλεύκαντε
αλεύκαντες/αλεύκαντοι
αλεύκαντων/αλευκάντων
αλεύκαντες/αλευκάντους
αλεύκαντες/αλεύκαντοι
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
Ο
υ
δ.
αλεύκαντο/αλεύκαντον
αλεύκαντου/αλευκάντου
αλεύκαντο/αλεύκαντον
αλεύκαντο/αλεύκαντον
αλεύκαντα
αλεύκαντων/αλευκάντων
αλεύκαντα
αλεύκαντα
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-
-




случайная выборка слов из базы

ντροπαλός χόντρεμα οριστικοποιημένος μπρίκι απολυτότης αξεδιάλυτος δυσθεώρητος εντείνω ξύσμα λιγωμάρα οικοδίαιτος πλαγιοκόπηση καλοφαγάς πελαγώνω αναζωογονώ τριχόπτωση πάνθεο τρίμμα διακόσιοι ενθυλάκωσις ντουφεκίζομαι συστρατιώτης ανέντιμος διπλασιασμός επανέρχομαι υποθηκοφυλακείο αδαής βάρβαρος αποπέμπω τυπικότης παντούφλα ασιανολόγος ακρότητα δακτυλογράφος προπληρώνω πατρονάρω διασπαθισμένος