Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. ακούρντιστος

πτώση ενικός
ονομαστική ακούρντιστος ακούρντιστη ακούρντιστο
γενική ακούρντιστου ακούρντιστης ακούρντιστου
αιτιατική ακούρντιστο ακούρντιστη ακούρντιστο
κλητική ακούρντιστε ακούρντιστη ακούρντιστο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ακούρντιστοι ακούρντιστες ακούρντιστα
γενική ακούρντιστων ακούρντιστων ακούρντιστων
αιτιατική ακούρντιστους ακούρντιστες ακούρντιστα
κλητική ακούρντιστοι ακούρντιστες ακούρντιστα





случайная выборка слов из базы

αυτοπροσωπογραφία ψητό αποκύημα ξινήθρα καλοήθης τύλωμα προβοκάτσια εμφανιστήριο αινιγματικότητα εξόντωσις ισοψηφία πασούμι ιερομόναχος γλωσσολογία περιπάθεια ρυμουλκόν χορεία γυμνασιοκόριτσο κανονικότητα αποπομπή ραντεβουδάκι αλκοόλη κρυπτογράφημα κουρτινόξυλο αλευροβιομήχανος ολογραφία νεφραμιά μαύρισμα παλιοκοινωνία ράγα γραφειοκράτης σμύρις μαζωμένος γυαλικά βρόμικος εμπορικότης χηνάκι
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве