Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. αιδοίον
noun.
sg.το αιδοίοτο αιδοίον (λόγ.)
του αιδοίου
το αιδοίοτο αιδοίον (λόγ.)
αιδοίο αιδοίον (λόγ.)
pl.τα αιδοία
των αιδοίων
τα αιδοία
αιδοία




случайная выборка слов из базы

ανακεφαλαίωση σταγόνα οροπέδιο κτηνοτρόφος αναστάτωσις κωλυσιεργία επιδέξια γκραβούρα Δωδεκάμερο αλητόπαιδο αγουρίδα σωληνάκι χαρτομάζα αλληγορικά πτώμα σπιτικό καπηλευτής ιμάμης ιπποτρόφος γυψάς γέρασμα κατουρλιά σήμανση στρατώνα καπνομίχλη χειριστής επιδοκιμαστικά λιθοδομία Λιβύη κόλαση ενταφιασμένος σιαγόνα δυναμογράφος αγκαζάρισμα ζαφορά αλγώντας κοπρόχωμα
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве