Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. αγελαδοτροφία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγελαδοτροφία αγελαδοτροφίες
γενική αγελαδοτροφίας αγελαδοτροφιών
αιτιατική αγελαδοτροφία αγελαδοτροφίες
κλητική αγελαδοτροφία αγελαδοτροφίες




2. αγελαδοτροφία
noun.
sg.η αγελαδοτροφία
της αγελαδοτροφίας
την αγελαδοτροφίατην αγελαδοτροφίαν (λόγ.)
αγελαδοτροφία
pl.οι αγελαδοτροφίεςαι αγελαδοτροφίαι (λόγ.)
των αγελαδοτροφιών
τις αγελαδοτροφίεςτας αγελαδοτροφίας (λόγ.)
αγελαδοτροφίες αγελαδοτροφίαι (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

αγαλματοποιία ακριβά ξεταπωμένος αγγλισμός ποντικοφωλιά ψυχαναληπτικός πυρόμετρον μηλοφασκιά αποβολή όρθιος κομισάριος μετάλλιον μικροοργανισμός ακτινοσκόπησις μάνγκο επιπλέων πρακτορεία δερβίσης φαγώσιμο διανεμήτρια μωρουδέλι αγύριστος αλαλαγμός υποθηκοφύλακας ψυχιατρική αφρόλουτρο ανθρωποκτονία ψαμμιτικός βιομηχανία αποστομωτικά συμβιβασμός φαντασία προτροπή ωκεανολόγος ανοσοφαρμακολογικός συζυγία συστέγαση
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве