Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 2

1. άκουσμα

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άκουσμα ακούσματα
γενική ακούσματος ακουσμάτων
αιτιατική άκουσμα ακούσματα
κλητική άκουσμα ακούσματα




2. άκουσμα
noun.
sg.το άκουσμα
του ακούσματος
το άκουσμα
άκουσμα
pl.τα ακούσματα
των ακουσμάτων
τα ακούσματα
ακούσματα




случайная выборка слов из базы

εισπρακτέος έγνοια ραμμένος αλλοτριωμένος νταρντάνα μακρόχρονος νυσταλέος κρεατόπιτα τελάλης εμπορεύσιμος πραγματολογία ψυχομαχητό μαστορικά μυριάδα ασκημαίνω ενθαρρυντικός τριάκοντα υπατεία αντικεμαλιστής αριβιστής λογιών μετεγγράφω βραδύς ψεκάζω βαρβαρισμός αφανισμός προσταγή ολιγογράφος καταρρακτώδης ζοχαδιάζω εργολάβος στοχαστής επίθημα διαδραματισμένος σαπουνίζω Μικρονησία θελξίνοος





















мастер на час минск, литовский словарь