Грамматический словарь LingvoKit

найдено слов: 1

1. Μαροκινή
noun.
sg.η Μαροκινή
της Μαροκινής
τη Μαροκινήτην Μαροκινήν (λόγ.)
Μαροκινή
pl.οι Μαροκινέςαι Μαροκιναί (λόγ.)
των Μαροκινών
τις Μαροκινέςτας Μαροκινάς (λόγ.)
Μαροκινές Μαροκιναί (λόγ.)




случайная выборка слов из базы

ανέμελος προ ντιλετάντης φυγόμαχος καπετάνιος ραμολιμέντο κατσαριδοκτόνο συναγωνίστρια κατασκονισμένος καρδιολογία μελαγχολώντας αρμολόγηση τυφλά κεχαγιάς μακαρισμένος πεντάκις χλόασμα συγγραφή ακροατήριο τρακατρούκα χαμάλης μνησικακώντας επαγγελματισμός επισκιασμένος φυσιογράφος μαφία τηλέγραφος οριστικά τραύμα ηλακάτη Κρήνη εργατοώρα κεφάλα ομφαλός λεκιασμένος ψαλτήριο ανθοκομείο
шведско-русский словарь, грузинский словарь, сборка мебели в Москве